Ιστορία της Τσαριτσάνης

Η Τσαριτσάνη βρίσκεται πάνω στον παλιό οδικό άξονα από Λάρισα και Τύρναβο προς Ελασσόνα και μετά Μακεδονία και Ήπειρο, κι έπαιξε σπουδαίο ρόλο μετά τα γεγονότα του 1881 και την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (πλην περιοχής Ελασσόνας και Δεσκάτης - οπότε και η Τσαριτσάνη παρέμεινε στον τούρκικο ζυγό), όπως και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα του 1904 – 1908 (μέχρι και μυστικό νοσοκομείο λειτούργησε εκεί για τραυματίες κι άρρωστους Μακεδονομάχους), κι ακόμα σπουδαιότερο ρόλο έπαιξε κατά την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων. Η πρώτη μάχη ξεκίνησε από το ύψωμα της Μελούνας πάνω από την Τσαριτσάνη κι ότι πρώτα απελευθερώθηκε αυτή, και μετά η Ελασσόνα, στις 6 Οκτωβρίου 1912.

Ο οικισμός αναφέρεται στους οικισμούς που υπάγονταν στην Επισκοπή Δομενίκου και Ελασσώνος ως την απελευθέρωση από τους Τούρκους, κι αποτελούσε για πολλά χρόνια την έδρα του Μητροπολίτη ως αυτοδιοικούμενη πόλη ελληνική, για αυτό και κοσμήθηκε με μεγαλόπρεπο μητροπολιτικό ναό (Κοιμήσεως της Θεοτόκου) και αρχοντικό μητροπολιτικό μέγαρο.

Σημειώνουμε ότι ακόμα και μετά την απελευθέρωση του 1912, ο τότε Μητροπολίτης Νεόφυτος Ευαγγελίδης, ως το 1915 είχε την έδρα του στην Τσαριτσάνη. Έπειτα στο Βασιλικό Διάταγμα του Αλέξανδρου, περί των κοινοτήτων που αναγνωρίζονται στην επαρχία Ελασσόνας, διαβάζουμε «Η πόλις Τσαριτσάνη υπό το όνομα Κοινότης Τσαριτσάνης και έδραν την ομώνυμον πόλιν» το 1919. Να σημειωθεί ότι στο συγκεκριμένο ΒΔ ως πόλεις αναγνωρίζονται μόνο η Ελασσόνα, η Τσαριτσάνη και το Λιβάδι.

Ο οικισμός χωριζόταν, όπως χωρίζεται και σήμερα, σε δυο συνοικίες (μαχαλάδες). Ο κάτω μαχαλάς λέγεται Μπουμπουτσιά (φυτωνύμιο από την ύπαρξη του δέντρου μπου-μπουτσιά – celtis australis). Ο επάνω μαχαλάς σήμερα αποτελεί την συνοικία της Πανα-γιάς (στη μέση της υπάρχει ο ναός της Παναγίας – Κοιμήσεως της Θεοτόκου). Ανάμεσά τους διατρέχει τον οικισμό ο ποταμός Ξεριάς.

Η πόλη της Τσαριτσάνης συμπεριλαμβάνεται, ως Κιλισελού (οικισμός με πολλές εκκλησίες) και Τσερνίτσανη, με 1.420 κατοίκους, στους 30 οικισμούς της Ελασσόνας που αναφέρονται στην απόγραφή των Οθωμανών TΤ 36 του 1506, και κατόπιν με 2.530 κατοίκους, στους 41 οικισμούς της Επαρχίας Ελασσόνας που αναφέρονται στο Οθωμανικό Κατάστιχο TD 101 του 1521. Ακόμη συμπεριλαμβάνεται στην Πρόθεση Σελ 421 του Μεγ. Μετεώρου το 1592/1593 ως θεσσαλικός οικισμός «ΤΖΕΡΗΤΖΑΝΙ, στο φ. 63β, με 8 αφιερωτές και με άλλους 37 μεταγενέστερων εποχών, καθώς και στο αριστερό περιθώριο του ίδιου φύλλου με 20 αφιερωτές του 1881».

Την συναντάμε και πάλι το 1886 στις οδοιπορικές σημειώσεις του Ν. Σχοινά με αναφορά για «300 οικ. χριστιανικάς, επισκοπήν, 3 σχολεία αρρένων και εν θηλέων, 3 χάνια 200 ίππων, βρύσεις. Διαρρέεται υπό χειμάρρου εφ΄ου δυο λίθιναι γέφυραι και μια ξύλινη», έπειτα στην εργασία του Ν. Ζδάνη για τους οικισμούς της Ελασσόνας το 1904 με αναφορά για 2.174 κατοίκους, στη συνέχεια το 1913 στην Απαρίθμηση των Κατοίκων των Νέων Επαρχιών της Ελλάδος είχε 2.668, κατόπιν στον «Οδηγό» που εκδόθηκε στη Λάρισα το 1933 αναφέρονται 3.011 κάτοικοι, στην απογραφή του 1951 είχε 2.679 (στην απογραφή αυτή στην κοινότητα Τσαριτσάνης περιλαμβάνονται και οι 254 κάτοικοι του Βελεσνίκου – της σημερινής Αετορράχης, οπότε το σύνολο φθάνει τους 2.933 κατοίκους) κι ακολούθως το 1983 είχε 2.234 κατοίκους, το 1991 είχε 2.492 και το 2011 είχε 2.040.

Από τον 17ο αιώνα αρχίζει, όπως γράφει ο Κίτσος Μακρής, η οικονομική και πολιτιστική άνοδος της Τσαριτσάνης, που κορυφώνεται τον 18ο και την αναδεικνύει ως θαυμαστό πολιτιστικό κέντρο της Ρωμιοσύνης, με κύρια ασχολία των κατοίκων την βαφή κόκκινων νημάτων και την μεταξοκαλλιέργεια. Η ανάπτυξη αυτής της βιοτεχνίας στάθηκε παράλληλη και εφάμιλλη του Συνεταιρισμού των Αμπελακίων, του Τυρνάβου και της Αγιάς. Η Τσαριτσάνη, παράγει την ίδια ποσότητα υφάσματος με τον Τύρναβο (1.200 κομμάτια ημερησίως), αλλά λιγότερο νήμα, που το προμηθεύεται από το Δομένικο, στην κοιλάδα του Τιταρήσιου. «Η Τσαριτσάνη ήτο ο πρωινός αστήρ της Θεσσαλίας, δι’ ου ωδηγούντο τα καραβάνια, πλήρη βαμβακίων και κοκκίνων νημάτων, προς την Γερμανίαν».

Μια εικόνα της οικονομικής δραστηριότητας των κατοίκων στη διάρκεια του 17ου αιώνα μας δίνουν οι προθέσεις της Μονής Σπαρµού Ολύμπου (1633-1674), στις οποίες καταγράφονται τα επαγγέλματα των αφιερωτών από την Τσαριτσάνη: µουτάφης (σχοινοποιός), µπικτζακτσής (μαχαιροποιός), σαμαράς, σερτζής (μικροπωλητής), ταµπάκης (βυρσοδέψης), τοµαράς (έμπορος δερμάτων), τζαρουχάς (κατασκευαστής τσαρουχιών), δραγάτης (αγροφύλακας), χαλατζής (λαναράς), ψωμάς.

Ένα σημαντικό δείγμα προόδου και οικονομικής ευμάρειας της παλιάς Τσαριτσάνης είναι και το γεγονός ότι όλοι οι γιατροί της περιοχής ήταν εγκατεστημένοι εκεί, όπως μας δείχνει και η αναφορά του 1790 όταν, στις 10 Φεβρουαρίου εκείνου του έτους, εισέβαλαν αλβανοί ληστές στη μονή Ολυμπιώτισσας και ο ηγούμενος Άνθιμος τρόμαξε τόσο, που τον πήγαν στην Τσαριτσάνη, στους γιατρούς (ονομαστοί εκείνοι την εποχή ήταν οι Νοσήμαχος, Περδικάρης, Σακελλάριος, Ζώης και Ιωάννης).

[Ένα ακόμη δείγμα προόδου και οικονομικής ευμάρειας της παλιάς Τσαριτσάνης είναι και το γεγονός της ανάπτυξης της ελαιοκαλλιέργειας, σε συνδυασμό με την παρουσία των παλαιών μοναστηριών που ευημερούσαν, και εντάσσει η συγκεκριμένη ανάπτυξη την Τσαριτσάνη σε μια κατηγορία μεγάλων χωριών, τα οποία γνώρισαν έναν υπερπληθυσμό κι ήταν ταυτόχρονια δραστήρια και μάλλον προφυλαγμένα, όπως το σύνολο των Αγράφων, από το σύστημα των τσιφλικιών.]

Σε αυτή την ευμάρεια και πρόοδο συνηγορεί και η προσπάθεια ανέγερσης νοσοκομεί-ου στα τέλη 18ου – αρχές 19ου αι., που τότε δεν είχαν στη Θεσσαλία ούτε καν τα Αμπελάκια, κι υπήρχαν μόνο σε πόλεις όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη κτλ. Για την ανέγερση του ενδιαφέρθηκαν ο (καταγόμενος εκ Τσαριτσάνης) Μητροπολίτης Πισιδίας Κύριλλος από το 1793, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος κι αρκετοί άλλοι ντόπιοι, για πάνω από μια δεκαετία, όμως οι προσπάθειες αυτές δεν τελεσφόρησαν.

Να προσθέσουμε όμως ότι την ίδια περίοδο, συγκεκριμένα το Μάιο του 1809, οι κάτοικοι πέρα από την ευμάρεια και την πρόοδο, είχαν στο μυαλό τους πάντα και την προετοιμασία για τον πόλεμο, όπως μαρτυρεί ο Κασομούλης στα Απομνημονεύματα του: «Θεαταί τούτων όλων (ο Μουχτάρπασιας διαμένων εις Τζιαρίτζιανην), καθ’ ην εποχήν ο πατήρ μου επασχολείτο με τους πολίτας να εφοδιάζωνται και να οχυρώνονται, και καθ’ ον καιρόν 12 ετών νέος εδιάβαζα τα πρώτα μου μαθήματα εις το Ελληνικόν Σχολείον τούτο (της Τσαριτσάνης), ενθυμούμαι ότι κάθε οικοκύρης εις την οικίαν του προ καιρού είχεν όλα τα αναγκαία του πολέμου προμηθευμένα, και όλα τα σπίτια τα εύρισκες με πολεμήστρες (μασγάλια)».

Ο οικισμός αναφέρεται και ως Κιλισελί, χωριό του Σουλτάνου σε ένα οθωμανικό δεφτέρι εξόδων του 1793, όπου καταγράφονται χωριά της Ελασσόνας. Κατά το τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, η Ελασσόνα ήταν ένας καζάς της επαρχίας των Τρικάλων. Βρισκόταν στους πρόποδες του Ολύμπου, σημείο το οποίο αποτελεί την αφετηρία της οροσειράς η οποία περιβάλλει την ανατολική ακτή της Θεσσαλίας. Ο Evliyia Celebi σημειώνει ότι η Ελασσόνα, την οποία επισκέφτηκε τη δεκαετία του 1660, ανήκε στα χάσια, τα οποία κατείχε η νόμιμη μητέρα του σουλτάνου και είχαν το προνόμιο συγκεκριμένων φοροαπαλλαγών. Τα υπό σουλτανική κυριαρχία χωριά, είναι αυτά που είχαν δοθεί στα μέλη της οικογένειας του σουλτάνου ως ένα has dirlik (πλούσιο χάσι), το οποίο ήταν μια κατηγορία του τιμαριωτικού συστήματος. Τα χωριά αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως «ελεύθερα» κι όχι ως χωριά τσιφλίκια. Η ιεραρχική κλίμακα φοροενοικίασης δείχνει ότι σημαντικός αριθμός θεσμικών φορέων και ανθρώπων οικειοποιούνταν τα έσοδα που απέφερε η εργασία των χωρικών της Ελασσόνας. Στην κορυφή της κλίμακας αυτής υπήρχε το ειδικό ταμείο Haremeyn-I Serifeyn Evkafi, επόμενο ήταν το Bahcekapusu Valide Sultan Camii Evkafi, ακολουθούσε το γραφείο του μαλικιανέ της Εσμά Σουλτάνας. Συγκεκριμένο μερίδιο των εσόδων έπαιρνε το οθωμανικό Δημόσιο, κυρίως υπό την μορφή ποσότητας σπόρου, για εφοδιασμό του στρατού. Μερίδιο ακόμη έπαιρναν και διάφοροι υπεργολάβοι και οι τοπικές διοικήσεις. Η συνολική εικόνα λοιπόν δείχνει ότι οι χωρικοί της περιοχής σήκωναν τεράστιο φορολογικό φορτίο.

Επίσης γίνεται αναφορά στον οικισμό σε ένα ταξίδι ζητείας (περιοδεία μοναχών για είσπραξη φόρων) στα μέσα του 18ου αιώνα, ως Τζερήτζανη. Το ταξίδι αποτελούσε τον συνηθέστερο τρόπο ζητείας, διαρκούσε αρκετά χρόνια κι ο μοναχός έφερε μαζί του είτε την εικόνα της μονής, είτε κάποιο λείψανο αγίου. Στο εν λόγω ταξίδι καταγράφονται 26 ονόματα κατοίκων της Τσαριτσάνης που προσέφεραν ενίσχυση στο μοναστήρι αυτό.

Να καταθέσουμε επίσης τόσο την περιγραφή του Ι. Λεονάρδου από το 1836 «Η Τζαριτζάνη αριθμεί υπέρ τα 1.000 σπίτια, των οποίων το πλείστον μέρος είναι κτίρια καλά, υψηλά, και κατά τον ωραίον τρόπον της τεκτονικής οικοδομημένα, τα οποία δίδουν εις την πόλιν μιαν ζωηράν και λαμπράν θέαν», όσο και του Ν. Γεωργιάδου από το 1880 «ήκμαζε το χωρίον, ενεργουμένης και ενταύθα της βαφικής των κοκκίνων νημάτων, η δε ευημερία των κατοίκων, αριθμουμένων εις 7.000, ήτο μεγάλη, ευρύχωροι δε και εύκτιστοι οικίαι, διασώζονται εισέτι εν τω χωρίω. Εν αυτή εγεννήθη και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων».

Τον Κων. Οικονόμο αναφέρει και ο Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» ως μονάδα από ένα σύνολο επιφανών και φωτισμένων προσώπων της εποχής που διακρίθηκαν ως «Διδάσκαλοι ονομαστοί που αντήχησαν καθ’ όλην ταύτην την περίοδον της του ελληνισμού αναβιώσεως από περάτων μέχρι περάτων της ελληνικής ανατολής». Ειδικότερα, η πνευματική κίνηση της Τσαριτσάνης των αρχών του 1800, με τον Κων. Οικονόμου, τον Κων/νο Κούμα, τους ιατροφιλόσοφους κι άλλους φωτισμένους λόγιους, ονομάζεται «Κύκλος της Τσαριτσάνης».

Το 1867, αναφέρει ο Παρανίκας, για την καλλιέργεια των γραμμάτων «εν τη ανθηρά ποτε κωμοπόλει της Θεσσαλίας δια το φιλέμπορον των ενοίκων και βιομήχανον, τα γράμματα, ως εικός, εκαλλιεργούντο θερμώς», και ο Ευαγγελίδης καταγράφει ως πρώτο διδάσκαλο της Τσαριτσάνης τον Νικόλαο Πεταλά το 1690, τον οποίο διαδέχθηκαν σε βάθος χρόνου οι Ιωάννης Πέζαρος, Κωνσταντίνος Κούμας, Κωνσταντίνος Οικονόμου («το λαμπρόν κόσμημα και μέγα καύχημα του Ελληνικού Γένους») και άλλοι.

Η «Σχολή της Τσαριτσάνης» λοιπόν πρέπει να κατατάσσεται στις πιο συγκροτημένες, στις ανώτερες της εποχής της, αφού μάλιστα μαθητές και δάσκαλοι της πήραν τη διεύθυνση των πιο φημισμένων σχολείων, όπως ήταν της Πόλης και το Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης. Να τονίσουμε ακόμη ότι λόγω των σπουδών του εκεί, αναφέρει την Τσαριτσάνη και ο Κασομούλης στα απομνημονεύματα του, προσφέροντάς στην κωμόπολη ένα σώμα του συγγράμματος του «Εν σώμα εις την κωμόπολιν Θεσσαλίας Ζερίτζιανην (Τσαρίτσανην) όπου εσπούδασα τας αρχάς των γραμμάτων μου επί Οικονόμου». Για το λαμπρό πνεύμα της Τσαριτσάνης εκείνης της εποχής, μπορούμε επίσης να αναφέρουμε την καταγραφή Τσαριτσανιωτών φοιτητών στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών την περίοδο 1891-1895, όπως προκύπτει από τα Γενικά Μητρώα του.

Σχετικά με τα δημοτικά της σχολεία στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Στάθης Ανδρώνης αναφέρει ότι το σχολικό έτος 1914-1915, λειτουργούσαν ημιγυμνάσιο, πεντατάξιο δημοτικό για αγόρια (αρρεναγωγείο), τριτάξιο δημοτικό για κορίτσια (παρθεναγωγείο) και νηπιαγωγείο, «άπαντα δαπάναις της πλουσιωτάτης εφορείας συντηρούμενα». Το διδακτήριο, το οποίο σώζεται (και χρησιμοποιείται σήμερα ως Γυμνάσιο με Λυκειακές τάξεις), κτίσθηκε το 1910 και ήταν δίπατο. Στο επάνω πάτωμα υπήρχαν 5 αίθουσες, το διευθυντήριο και η αίθουσα της βιβλιοθήκης. Εδώ λειτουργούσε το ημιγυμνάσιο. Το ισόγειο διέθετε 4 αίθουσες για το αρρεναγωγείο με περισσότερους από 350 μαθητές.

Το 1935, ο Αναστάσιος Τσούφης περιγράφοντας την Επαρχία Ελασσόνας, γράφει για την Τσαριτσάνη ότι «συχνά ο εκάστοτε πρόξενος της Ελασσώνος μετά των κυριοτέρων του προσωπικού του, επεσκέπτοντο την περισσότερον ακμάζουσαν τότε πασών των κωμοπόλεων της επαρχίας, Τσαριτσάνην, ίνα μετάσχωσι των εσπερίδων, ας διωργάνουν οι τότε εν ακμή και αρίστη οικονομική καταστάσει ευρισκόμενοι προύχοντες αυτής, μέχρι του σημείου να προσονομάζεται η Ελληνική αυτή κωμόπολις υπό των Τούρκων και Ελλήνων γενικώς Petit Paris».

⬅ Επιστροφή στην Αρχική